• +30 210 959 19 33
  • info@panyeah.gr
  • Δημοσθένους 99, 17672 Καλλιθέα Αττικής
  • Νέα

    Η σπουδαιότητα των ξένων γλωσσών

    Όταν μιλάμε μιαν άλλη γλώσσα, αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο κάπως διαφορετικά.

    Ludwig Wittgenstein, 1889-1951, Αυστριακός φιλόσοφος

    Ως γλωσσομάθεια ορίζεται η γνώση μιας ή περισσότερων ξένων γλωσσών. Όμως πριν προχωρήσουμε στην συμβολή της γλωσσομάθειας ας δούμε πρώτα το τι είναι γλώσσα. Η γλώσσα παίζει σημαντικό ρόλο στην ζωή του ανθρώπου. Μέσω της γλώσσας ο άνθρωπος μπορεί να επικοινωνεί, να εκφράζεται, να διατυπώνει προβληματισμούς, σκέψεις και ιδέες. Πολλοί γλωσσολόγοι επιχείρησαν να δώσουν την δική τους ερμηνεία στην πολύπλοκη έννοια της γλώσσας .Ο Brown πιστεύει ότι η γλώσσα διακρίνεται από τρεις ιδιότητες:

    α) Σημασιολογικό μέρος. Όλες οι λέξεις πρέπει να σημαίνουν τα ίδια πράγματα για όλους όσους μιλούν μια συγκεκριμένη γλώσσα. Η λέξη “τραπέζι” για παράδειγμα, πρέπει να έχει την ίδια έννοια και στην Ήπειρο και στο Ιόνιο.

    β) Η μετάθεση. Η γλώσσα ενός λαού, πρέπει να καθιστά δυνατή την επικοινωνία για το παρελθόν το παρόν και το μέλλον. Το σύστημα δηλαδή, των πληροφοριών της πρέπει να έχει ισχύ και για τις τρείς αυτές χρονικές περιόδους.

    γ) Η παραγωγικότητα. Σε κάθε γλώσσα με τον συνδυασμό ενός περιορισμένου αριθμού ήχων και σημάτων, μπορούν να δημιουργηθούν απεριόριστα μηνύματα.

    Ο Ελβετός γλωσσολόγος Ferdinand de Saussure (1857-1913), προσέγγισε τη γλώσσα ως ένα «σύστημα σημείων τα οποία εκφράζουν ιδέες» και υποστήριξε ότι το σύστημα αυτό μπορεί να χωριστεί σε δύο βασικά μέρη: το λόγο (langue), ο οποίος αποτελεί το αυθαίρετο σύστημα συμβόλων που έχουν υιοθετήσει και αφομοιώσει τα μέλη μιας δεδομένης γλωσσικής κοινότητας, και την ομιλία (parole), δηλαδή η εξωτερίκευση του συστήματος αυτού από το άτομο.

    Ένας πιο  γενικός ορισμός που μπορεί να δοθεί είναι πως γλώσσα είναι ο κοινωνικά αποδεκτός κώδικας ή ένα συμβατικό σύστημα αναπαράστασης εννοιών με την χρησιμοποίηση αυθαίρετων συμβόλων και κανόνων που διέπουν το συνδυασμό αυτών των συμβόλων. Όσον αφορά  την κλινική γλωσσολογία που το ενδιαφέρον εστιάζεται στο τι ακριβώς μαθαίνουν τα παιδιά για τη γλώσσα τους, αλλά και στο πώς µπορούν να βοηθηθούν εκείνα που παρουσιάζουν δυσκολίες, η γλώσσα ορίζεται ως ένα «σύστημα, µε το οποίο οι γνώσεις που έχουμε για τον κόσμο γύρω µας αναπαρίστανται µέσω ενός συμβατικού κώδικα αποτελούμενο από αυθαίρετα σημεία µε στόχο την επικοινωνία»(bloom& Lahey, 1978).

    Ο  πλανήτης  μας  έχει  πάνω  από  έξι  εκατομμύρια  ανθρώπους  που  μιλούν  μεταξύ  6,000  με  7,000  διαφορετικές  γλώσσες.   Μερικές  γλώσσες  ομιλούνται  από  εκατοντάδες  εκατομμύρια  ανθρώπους,  όπως  τα  Αγγλικά  και  τα  Κινέζικα,  αλλά  οι  περισσότερες  ομιλούνται  από  μόνο  μερικές  χιλιάδες,  ή  ακόμα και από  ελάχιστους ανθρώπους.  Στην  πραγματικότητα,  το  96% των  γλωσσών  του  κόσμου  ομιλείται  από  μόνο  το  4%  των  ανθρώπων. Γλωσσομάθεια λοιπόν, είναι η γνώση μίας ή περισσότερων ξένων γλωσσών. Κάποιος γνωρίζει καλά μία ξένη γλώσσα σύμφωνα: α) με τον κύριο συντακτικό της, β) γνωρίζει τους ιδιωματισμούς της, γ) την προφέρει τόσο καλά σαν να είναι η μητρική του γλώσσα και δ) την χειρίζεται με άνεση για να ικανοποιήσει πρακτικές και επαγγελματικές αναζητήσεις.

    Σύμφωνα με τον Βόλφγκανγκ Γκαίτε, 1749-1832, Γερμανό ποιητή και φιλόσοφο όταν μαθαίνει κανείς μια ξένη γλώσσα, έχει την ευκαιρία να μάθει καλύτερα τη μητρική του γλώσσα. Η γνώση μιας άλλης γλώσσας παρέχει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να γνωρίσει καλύτερα την εθνική του γλώσσα, να την συγκρίνει, να την εμπεδώσει και να την εμπλουτίσει. Η γνωριμία με μια ξένη γλώσσα δημιουργεί νέους ορίζοντες, διευρύνει τις γνώσεις και εμπλουτίζει τη σκέψη. Όπως και ο Μ. Τριανταφυλλίδης τονίζει  «Οι διαφορές της ξένης γλώσσας από τη δική μας και η σύγκριση μεταξύ τους μας οξύνουν  την παρατήρηση και μας μορφώνουν».

    Πέρα από την ύπαρξη ειδικών γλωσσικών ικανοτήτων είναι σημαντικοί και διάφοροι συναισθηματικοί παράγοντες όπως τα κίνητρα και οι ανάγκες που έχει ένα άτομο για να μάθει μια ξένη γλώσσα.

    Στον ανταγωνιστικό κόσμο που ζούμε η φοίτηση σε πανεπιστημιακά ιδρύματα του εξωτερικού, η αναζήτηση εργασίας σε πολυεθνικές εταιρίες, η διερεύνηση των επαγγελματικών δυνατοτήτων και η ευκαιρία για νέες θέσεις εργασίας  μπορούν να συμβάλουν στην κινητοποίηση του ατόμου για την εκμάθηση ξένων γλωσσών.  H γνώση τους συμβάλλει στην ανάπτυξη της οικονομίας. Επιτρέπει το άνοιγμα των αγορών, τη βελτίωση της ποιότητας και κατά κύριο λόγο βοηθά στην δημιουργία μιας παγκόσμιας αγοράς.

    Ποικίλες έρευνες έχουν δείξει πως η γνώση πολλών γλωσσών αλλάζει τον τρόπο θέασης των πραγμάτων ενός ατόμου  τόσο γρήγορα, όσο αλλάζει γλώσσα ομιλίας . Όταν κάποιος είναι δίγλωσσος (ή πολύγλωσσος), τότε αλλάζει οπτική γωνία για τα πράγματα ανάλογα με τη γλώσσα που κάθε φορά χρησιμοποιεί και η οποία είναι πιο ενεργή στο μυαλό του. Οι έρευνες αυτές δείχνουν πως οι άνθρωποι που μαθαίνουν δεύτερη γλώσσα, πέρα από την μητρική τους, ενισχύουν την υγεία του εγκεφάλου και τις νοητικές ικανότητές τους, η διγλωσσία επιδρά θεμελιωδώς στον εγκέφαλο,  ωφελεί την προσοχή, την μνήμη  και προσφέρει μακροπρόθεσμα ευεργετικά οφέλη ακόμα και προστασία κατά του Alzheimer.

    Παρόλα αυτά η γλωσσομάθεια δεν ευνοεί μόνο τους επαγγελματικούς και προσωπικούς  μας σκοπούς και στόχους. Σύμφωνα με τον Φρεντερίκο Φελίνι, 1920-1993, Ιταλό σκηνοθέτη, κάθε γλώσσα βλέπει τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο. Έτσι λοιπόν, η γλωσσομάθεια ευνοεί τη βαθύτερη επικοινωνία μεταξύ των λαών, βοηθά στην καταπολέμηση των προκαταλήψεων και των διακρίσεων και βοηθά το άτομο να αποκτήσει σφαιρική γνώση για τον πολιτισμό και την νοοτροπία του κάθε λαού και να διαμορφώσει έναν πιο ανοικτό τρόπο σκέψης. Με αυτόν τον τρόπο το άτομο εμπλουτίζει τις αξίες του, και προωθείται η ειρήνη και η δημοκρατία.

    «Πολιτισμοί χωρίς γλώσσα δεν πλάθονται, αλλά και γλώσσες χωρίς πολιτισμούς δεν πλάθονται».
    Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Αντιλεγόμενα

    Βασιλική Καραχρήστου

    Διεύθυνση Σπουδών Κέντρου Ξένων Γλωσσών, Πληροφορικής και Μελέτης PanYeah

    Tags